Γεννιόμαστε ή Γινόμαστε;

O άνθρωπος είναι περίπλοκο ον και η συμπεριφορά του αποτέλεσμα πολλών γενετικών και περιβαλλοντικών επιδράσεων. Φαίνεται ότι υπάρχουν πολλοί και ποικίλοι τρόποι με τους οποίους δημιουργούνται ψυχολογικά προβλήματα. Αν ανατρέξει κανείς στο παρελθόν ενός παιδιού, μπορεί να ανακαλύψει ποικίλα γεγονότα και καταστάσεις  που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι δημιουργούν ψυχολογικά προβλήματα- όπως λανθασμένοι χειρισμοί από τους γονείς.  Σε όλη τη ζωή του το άτομο καλείται να προσαρμοστεί σε μια ατέρμονη αλυσίδα από μεταβαλλόμενα γεγονότα. Κάθε τέτοιο γεγονός αποτελεί αντικείμενο μάθησης για το άτομο, μια μάθηση αποφασιστικά σημαντική για τη μετέπειτα ανάπτυξη της προσωπικότητας. Αυτή την περίοδο διαμορφώνεται μια σημαντική σχέση που δεν είναι άλλη από τη σχέση με τους γονείς. Τόσο η παρουσία αρνητικών επιδράσεων (π.χ. σκληρή, απορριπτική μητέρα) όσο και η απουσία αποφασιστικής σημασίας ερεθισμάτων (όπως η περιποίηση, η συνομιλία, το παιχνίδι με μια στοργική συνεχώς παρούσα μητέρα) μπορεί να διαταράξουν βαθιά την ικανότητα ενός παιδιού να δημιουργήσει θετική σχέση με τον εαυτό του και κατ’ επέκταση με τους άλλους. Η σχέση με τους γονείς είναι η πρώτη σχέση που αναπτύσσει το άτομο. Όταν αυτή η σχέση είναι δυσλειτουργική το άτομο «μαθαίνει» να σχετίζεται δυσλειτουργικά με τους άλλους στη μετέπειτα ζωή του αλλά και η σχέση που αναπτύσσει με τον εαυτό του είναι προβληματική.

Οι πρώιμες διαπροσωπικές εμπειρίες φαίνεται να είναι θεμελιώδεις στην ανάπτυξη του εαυτού και συγκεκριμένα στην απόκτηση του ρεπερτορίου ρόλων που το άτομο αναπαράγει και στην ενήλικη ζωή. Ο ρόλος τελικά είναι αντίστοιχος με εκείνον που υιοθετούσαμε σαν «ανταπόδοση» απέναντι στους «σημαντικούς άλλους» (γονείς, παππούδες, δασκάλους κλπ), στα πρώιμα στάδια της ανάπτυξής μας. Είναι τα πρότυπα συμπεριφοράς που έχουμε μάθει μεγαλώνοντας ανάλογα με το πλαίσιο αναφοράς πάνω στο οποίο δομήθηκε η προσωπικότητά μας. Η ανάπτυξη αυτού του ρεπερτορίου ρόλων επηρεάζεται σε ένα βαθμό από την ιδιοσυγκρασία του καθενός. Κάθε ρόλος αναφέρεται τόσο στη συμπεριφορά μας απέναντι στους άλλους (self to others), στη συμπεριφορά μας απέναντι στον εαυτό μας (self to self), όσο και τη συμπεριφορά που αναμένουμε από τους άλλους προς εμάς (others to self). Ο «εαυτός» σχηματίζεται μέσα από μια διαδικασία στη διάρκεια της οποίας κληρονομικά χαρακτηριστικά και προδιαθέσεις αλληλεπιδρούν με τα άτομα που παρέχουν φροντίδα (γονείς, τροφοί κλπ) και το άτομο εσωτερικεύει αυτή την εμπειρία και τη «φωνή» τους. Αυτές οι φωνές και οι συμπεριφορές που εγκαθιδρύονται, μεταφέρουν τις αξίες της άμεσης οικογένειας και της ευρύτερης κοινωνίας και συνεισφέρουν στο σχηματισμό ενός ρεπερτορίου ρόλων που γίνονται μοτίβα συμπεριφοράς και περιλαμβάνουν σκέψη, συναίσθημα και ενέργεια- συμπεριφορά. Ως μη φυσιολογική ανάπτυξη νοείται η εσωτερίκευση δυσλειτουργικών ρόλων, η ανάπτυξη αποφυγών, η υιοθέτηση αμυντικών ρόλων και η αποτυχία ή η διατάραξη της ενσωμάτωσης ομαλών διαδικασιών, δηλ. λειτουργικών- υγιών ρόλων. Δύσκολες πρώιμες εμπειρίες θα  επηρεάσουν την ανάπτυξη του εαυτού και θα οδηγήσουν σε ατελή ή αναντίστοιχη με την ηλικία του προσαρμογή του ατόμου.

Σημαντικό στοιχείο στη διαμόρφωση υγιούς προσωπικότητας είναι η αυτοεκτίμηση που  αντιπροσωπεύει ένα σταθερό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας. Κάθε δυσπροσαρμοστική διαδικασία μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλή αυτοεκτίμηση. Οι πιο θεμελιώδεις και καθοριστικές διαδικασίες που οδηγούν σε χαμηλή αυτοεκτίμηση βασίζονται σε εμπειρίες που ενισχύουν την πεποίθηση ότι «οτιδήποτε κι αν κάνει κανείς, τίποτα τελικά δεν πρόκειται να πετύχει». Το άτομο αποκρυσταλλώνει και ενστερνίζεται το παραπάνω ως βασική του πεποίθηση και εγκαταλείπει την προσπάθεια για κάτι καλύτερο. Το αποτέλεσμα είναι να μην αλλάζει τίποτα- αφού δεν προσπαθεί- διαιωνίζοντας στην ουσία την αρχική πεποίθηση ότι «τίποτα δεν πρόκειται να πετύχει». Οι επιπτώσεις της χαμηλής αυτοεκτίμησης στην ενήλικη ζωή μπορεί να αντανακλώνται σε 1) εξωτερικές συνθήκες όπως ανεργία, φτώχεια και κοινωνική αδυναμία 2) περιοριστικές διαδικασίες όπως παγίδες και διλήμματα ή εμπλοκές όπου η επιτυχία είναι απαγορευμένη ή δεν αξίζει στο άτομο 3) δυσλειτουργικά ζευγάρια ανταποδοτικών ρόλων π.χ. επικριτικός- επικρινόμενος.

ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ: Συχνά ενεργούμε όπως ενεργούμε, ακόμα κι όταν οι ενέργειές μας δεν μας ικανοποιούν και πολύ, επειδή οι μόνοι άλλοι τρόποι ενέργειας που μπορούμε να φανταστούμε μας φαίνονται εξίσου κακοί ή ακόμα χειρότεροι. Η δράση δηλαδή φαίνεται να είναι δυνατή μόνο μέσα από δυο εναλλακτικές δράσεις που και οι δυο είναι ανεπιθύμητες. Το άτομο διαλέγει τη λιγότερο κακή και συγχρόνως έχει περιορισμούς στο να βρει άλλες εναλλακτικές οδούς.

ΠΑΓΙΔΕΣ: Η βασική ακολουθία μιας παγίδας είναι ότι μια ανεπιθύμητη ή απρόσφορη πεποίθηση οδηγεί σε δράση που αποσκοπεί στο να επιδιορθώσει την πεποίθηση. Προσωρινά το πετυχαίνει αλλά τελικά συντηρεί και ενδυναμώνει την πεποίθηση αυτή. Έτσι η ακολουθία οδηγείται σε κυκλικότητα και αυτοδιαιώνιση.

ΕΜΠΛΟΚΕΣ: Οι εμπλοκές προέρχονται από το γεγονός ότι σημαντικά πρόσωπα στη ζωή μας δεν θέλουν να αλλάξουμε, ή δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τι σημαίνει η αλλαγή μας γι’ αυτούς. Συχνά η αντίστασή τους είναι πιο έμμεση, όπως όταν π.χ. ένας γονιός αρρωσταίνει ή μελαγχολεί όταν εμείς αρχίζουμε να καλυτερεύουμε.

FALSE SELF: Ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα άτομο του οποίου η αίσθηση του εαυτού δεν αγγίζει τα «αυθεντικά» συναισθήματα. Όταν άτομο μαθαίνει να επικοινωνεί με βάση τα όσα του επιβάλλονται και «χτίζει» ένα προστατευτικό δίχτυ που του παρέχει ασφάλεια.  Ο αδύναμος εαυτός «θάβεται». Δεν επιτρέπεται στο άτομο να εκφράζει ανάγκες, να έχει δύσκολες στιγμές,  να καταρρέει και να βρίσκεται σε αδυναμία και έτσι το άτομο μαθαίνει να αναγνωρίζει και να αποδέχεται μόνο τη μια πλευρά του εαυτού που είναι και αποδεκτή από τους άλλους.  Η απουσία «διαλόγου» με τον εαυτό, συνεπάγεται μια περιορισμένη αίσθηση του εαυτού και μια συνακόλουθη αίσθηση μη γνησιότητας, που γίνεται αντιληπτή συνήθως όταν υπάρξει ένα σωματικό σύμπτωμα που θα τρομάξει και θα αφυπνίσει το άτομο ότι «κάτι δεν πάει καλά».